«Η Δίκη του προλετάριου ποιητού Τεύκρου Ανθία»
Δεν χρειάζονται να λεχθούν πολλά πράγματα για τον Τεύκρο Ανθία. Θα δώσουμε κάποια σύντομα βιογραφικά στοιχεία, ώστε και οι νεότεροι αναγνώστες να αντιληφθούν για ποιο άνθρωπο μιλάμε και στη συνέχεια θα παραθέσουμε εκτενή αποσπάσματα από τη δίκη που έγινε εναντίον του και την καταδίκη του, κατηγορούμενος ως κομμουνιστής.
Του Μιχάλη Μιχαήλ
Βιογραφικά στοιχεία
Το πραγματικό όνομά του ήταν Ανδρέας Παύλου και γεννήθηκε στην Κοντέα της επαρχίας Αμμοχώστου στις 10 Απριλίου 1903. Φοίτησε στο σχολείο του χωριού του, αλλά λόγω οικονομικής καταστροφής του πατέρα του αναγκάστηκε να βγει στη βιοπάλη για να βοηθήσει τα οικονομικά της οικογένειας.
Όπως έγραψε αργότερα: «Ανδρέας Παύλου ελέγουμουν και νυν Τεύκρος Ανθίας ποιηταρούδιν νηστικό, παιδί της αλητείας».
Στη συνέχεια, ο Ανθίας φοιτά στο Εμπορικό Λύκειο και στο Παγκύπριο Ιεροδιδασκαλείο Λάρνακας, από όπου αποφοίτησε το 1922. Παράλληλα, δούλευε ως υπηρέτης σε κάποιο αστικό σπίτι, ενώ το 1918 τύπωσε το φυλλάδιο «Ξύπνα λαέ», όπου εκδηλώνει κοινωνικές ανησυχίες.
Αποφοιτώντας από τις σχολές αυτές, εργάστηκε ως δάσκαλος στην Κύπρο. Λόγω οικονομικών δυσκολιών ο Ανθίας δεν τα κατάφερε να σπουδάσει σε Πανεπιστήμιο στην Ελλάδα, όμως πήγε εκεί και εργάστηκε ως δάσκαλος από το 1924 έως το 1925.
Στην Αθήνα αρχίζει να συμμετέχει στα λογοτεχνικά πράγματα, γράφει σε περιοδικά και συναναστρέφεται με προσωπικότητες του πνεύματος, μεταξύ άλλων με τους Βάρναλη, Βέλμο, Λαπαθιώτη, Τσουκαλά κι άλλους. Στη συνέχεια για δύο χρόνια δουλεύει ως δάσκαλος στη Σπάρτη, όπου εκδίδει ένα βραχύβιο λογοτεχνικό περιοδικό με τίτλο «Φλόγα».
Το 1930 επέστρεψε στην Κύπρο, όπου αναμείχθηκε ενεργά στο Κομμουνιστικό Κόμμα Κύπρου και αργότερα στο ΑΚΕΛ.
Οι περιπέτειές του με την Εκκλησία και ο αφορισμός
Ενώ ο Ανθίας ασχολείται αρχικά με στίχους και ποίηση που αφορούν τα εθνικά θέματα, σε κάποιο στάδιο στρέφεται στα κοινωνικά θέματα, με ένα πύρινο κήρυγμα για το ξύπνημα της φτωχολογιάς, εμπνεόμενος από τη Μεγάλη Σοσιαλιστική Επανάσταση του 1917 στη Ρωσία.
Το 1930 ο Ανθίας εκδίδει τη δεύτερη συλλογή του με τίτλο «Άγιε Σατάν ελέησόν με», όπου υπάρχουν πιο ευδιάκριτα τα κοινωνικά μηνύματα. Το 1931 εκδίδει το έργο του «Η Δευτέρα Παρουσία», Ιλαροτραγικό έπος, Κύπρος 1931, με σατιρικό περιεχόμενο κατά της χριστιανικής θρησκείας.
Σε αυτό περιγράφει εφημερίδες με πρωτοσέλιδα όπως «ΑΙΦΝΙΔΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΕΟΥ» και μανιασμένο πλήθος να Τον κυνηγά γύρω από την Αγία τράπεζα.
Λέει «ανθρώπινα κορμιά ταΐζουν το φούρνο της πατρίδας και της πίστεως» και «Κύριε Θεέ, εσύ γελούσες βλέποντας το ανθρώπινο κοπάδι να σέρνεται στης μάχης το λειβάδι».
Σειρά στο κατηγορητήριο παίρνει μια γυναίκα, η οποία γεννήθηκε φτωχή, πουλήθηκε σε έναν πλούσιο σύζυγο, ο οποίος αργότερα την εγκατέλειψε και αναγκάστηκε να εκπορνευτεί.
Σειρά πήρε ένας εργάτης, ο οποίος προσωποποιούσε την ξεσηκωμένη εργατική τάξη: «Τα χέρια αυτά που χτίσανε τα μέγαρά σας, ξέρουν και δύνανται να σκάψουν βαθιά-βαθιά τα μνήματά σας» Το έργο θα κλείσει με την καταδίκη του Θεού.
Το βιβλίο αυτό προκάλεσε την οργή της Εκκλησίας και την 1η Μαΐου 1931 η Ιερά Σύνοδος εξέδωσε «Πράξη αφορισμού» σε βάρος του για «απ’ αρχής μέχρι τέλους άρνησις της χριστιανικής θρησκείας, των δογμάτων αυτής και των ηθικών παραγγελμάτων ως και της εννοίας περί Θεού κατά τρόπον ανευλαβή και ασεβή».
Οι λόγοι που ο Ανθίας προέβη αυτόβουλα σε αυτή την ενέργεια ήταν καθαρά προσωπικοί, διότι η αρραβωνιαστικιά του έμεινε έγκυος και η σχέση τους έπρεπε να νομιμοποιηθεί, προκειμένου το παιδί να μη θεωρηθεί νόθο, έτσι ο μόνος τρόπος για να δεχτεί η Εκκλησία να τους παντρέψει ήταν η μεταμέλεια του ποιητή.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το έργο συμπεριλήφθηκε σε μια λίστα απαγορευμένων βιβλίων που έκδωσε η αποικιακή κυβέρνηση. Για να μην κατασχεθούν τα αντίτυπα, ο εκδότης της ποιητικής συλλογής, Ποτάπιος, τα έθαψε στα θεμέλια της νεόδμητης οικίας του στην Καρπασία.
Εκτός από την οργή της Εκκλησίας, ο Ανθίας είχε να αντιμετωπίσει και τις διώξεις της αποικιοκρατικής κυβέρνησης. Συνελήφθη από τους Άγγλους το 1932 και κλείστηκε στις Κεντρικές Φυλακές με βάση τα «Διατάγματα Αμύνης», με τα οποία κυβερνούσαν δικτατορικά τον τόπο μετά την εξέγερση του Οκτωβρίου του 1931, στην οποία ο Ανθίας έλαβε μέρος.
Η μόνη κατηγορία εναντίον του ήταν ότι ήταν μέλος του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου και ότι προέβαινε σε στασιαστική δράση για ανατροπή τον καθεστώτος.
Ύστερα από δυο μήνες κράτησης χωρίς δίκη στις Κεντρικές Φυλακές, καταδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας σε πέντε μήνες φυλάκιση. Μετά την έκτιση της ποινής του τέθηκε υπό περιορισμό στο χωριό του Κοντέα.
Μετά από παρέλευση μερικών μηνών συνελήφθηκε πάλι τον Φεβρουάριο του 1933 και κλείστηκε στις φυλακές της Πάφου χωρίς δίκη για ένα μήνα. Στη συνέχεια δικάστηκε για παράνομη δραστηριότητα και στασιαστική δράση στην Αντρολύκου, καταδικάστηκε σε φυλάκιση 12 μηνών με καταναγκαστικά έργα και κλείστηκε στις Κεντρικές Φυλακές.
Έκανε έφεση για την καταδίκη του και υπερασπίστηκε μόνος του τον εαυτό του, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
«Ο κόσμος που περικλείεται μέσα εις τους ψηλούς και μυστηριώδεις τοίχους των Κεντρικών Φυλακών και που είναι γνωστός μόνον σε όσους έχουν ζήσει ένα μέρος της ζωής τους μέσα εις ένα από τα θλιβερά κελιά τους, είναι ένας κόσμος εντελώς ξεχωριστός, μια πελατεία ιδιόμορφη, με δικούς της νόμους, ιδιαίτερους κανόνες ζωής, ιδιαίτερη νοοτροπία και ιδιαίτερη ακόμη ηθική.
Τον παράξενον αυτόν κόσμον έχει σκοπόν ν’ αποκαλύψει με κάθε αντικειμενικότητα και με όλες τις λεπτομέρειες η σειρά των απομνημονευμάτων του συνεργάτη μας Τεύκρον Ανθία, που αρχίζει από σήμερα».
Είναι αξιοσημείωτο ότι η εφημερίδα αφιέρωσε μεγάλο μέρος των σελίδων της παραθέτοντας τις μαρτυρίες, την απολογία και την καταδικαστική απόφαση του δικαστηρίου κάτω από τον τίτλο «Η Δίκη του προλετάριου ποιητού Τεύκρου Ανθία».
Στα επόμενα σημειώματα θα μεταφέρουμε σχεδόν αυτούσια αυτά τα δημοσιεύματα, τα οποία προσθέτουν στη γνώση μας τόσο γύρω από τη δράση του ίδιου του Τεύκρου Ανθία όσο και γενικότερα για να κατανοήσουμε τους κατατρεγμούς που υπέστηκαν τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου.
